Από την Καθημερινή:
Αύριο το πρωί ο Σαμίρ θα πει την ιστορία του σε εκείνους που ενδιαφέρονται να την ακούσουν, σε μια συνάντηση που οργανώνει, από τις 9 π.μ. - 1 μ.μ., η Ελληνική Εκστρατεία Κατάργησης των Ναρκών στο ξενοδοχείο Κάραβελ. Εκεί, θα τονιστεί για μία ακόμη φορά το αυτονόητο: πως οι νάρκες στην Ελλάδα δεν έπρεπε να υπάρχουν. Η συνθήκη της Οτάββα που υπογράφηκε δέκα χρόνια πριν, λέει πως θα έπρεπε ήδη να είχαν καταργηθεί, και το άρθρο 6 υποχρεώνει το κράτος να φροντίζει οποιοδήποτε θύμα των ελληνικών ναρκών. Αλλά η πραγματικότητα, είναι τελείως διαφορετική. «Ημουν στο νοσοκομείο και μου στέλναν χαρτιά που έγραφαν “πρέπει να εγκαταλείψετε τη χώρα”», λέει ο Ραντουάν. «“Πώς να εγκαταλείψω τη χώρα χωρίς πόδια;”, σκεφτόμουν». Ακόμη και σήμερα, έπειτα από αφόρητες πιέσεις της Λουίζα Ομπράιεν, της γυναίκας που έχει αφιερώσει τη ζωή της στη μάχη εναντίον της ελληνικής γραφειοκρατίας, για να βελτιωθούν οι συνθήκες για τα θύματα ναρκών, σαν τον Γκούμα, τον Ραντουάν και τον Σαμίρ, το κράτος ίσα που δίνει το ενοίκιο στον Ραντουάν, και ένα μικρό επίδομα στον Γκούμα. Κι όσο για τα τεχνητά μέλη… «κάθε καινούργιο μέλος κάνει 5.000 ευρώ και πρέπει να τα αλλάζεις κάθε δύο χρόνια. Αν δεν είσαι στο ΙΚΑ, κανείς δε σου δίνει αυτά τα λεφτά», λέει ο Σαμίρ που με τεχνητό πόδι κόβει και κουβαλάει λαμαρίνες σ’ ένα εργοστάσιο για να ζήσει.
Τα θύματα των ναρκών στην Ελλάδα δεν είναι μόνο ο Γκούμα, ο Σαμίρ κι ο Ραντουάν. Αυτή τη στιγμή στην Ομόνοια υπάρχει ένας ακόμα νεαρός μετανάστης που έχει χάσει το πόδι του απ’ τον γοφό, και στο νοσοκομείο των συνόρων υπάρχει άλλο ένα παιδί ακρωτηριασμένο, που ακόμη παλεύει να καταλάβει τι του συνέβη. Απ’ το 1987 ώς το 2003, είκοσι άνθρωποι κατέληξαν νεκροί στο νοσοκομείο του Διδυμοτείχου και άλλοι 21 με τα μέλη τους λειψά. Ο χειρουργός Απόστολος Τέντες λέει πως οι χτυπημένοι όταν πρωτοέρχονται σ’ αυτόν μοιάζουν σαν τρομαγμένα αγρίμια. Τους άλλους, τους 20 νεκρούς, σου λέει πού να τους βρεις ο Χασάν Μουαμέρ, ο ιμάμης του Διδυμοτείχου, γιατί οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ήταν μουσουλμάνοι. Ο ιμάμης σε στέλνει στην άκρη ενός νεκροταφείου των συνόρων. Παραπέρα απ’ τις μαρμάρινες πλάκες των χριστιανών, κάτι λόφοι από χώμα, με φυτεμένα σβηστά κεράκια και πεταμένα λουλούδια: το νεκροταφείο των λαθρομεταναστών. Οι φίλοι του Γκούμα και του Ραντουάν, ο Αμπνταραχίμπ κι ο Χαμίς, είναι εδώ. Κι αν δεν υπάρχουν πλάκες με ονόματα για να τους βρει κανείς, δεν έχει και τόση σημασία. Γιατί μετά που έσκασε η νάρκη, δεν υπάρχει και κανείς να τους αναζητήσει.